Μίκρυναν τα όνειρά μου...
Περιορίστηκαν σε ένα...
Εσένα...

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

ανόητο παιδί...




Κυριακή πρωί

κι οι ακονισμένες αχτίνες Φωτός

τεμαχίζουν την σκέψη σου

σε μικρά, αιχμηρά γυαλάκια,

κοίτα!

ιριδίζοντα   τραύματα ξεπηδούν απ' αυτές

και χρωματιστά

ματώνουν τα χείλια σου

μη!

μην ακουμπάς τη φωτιά με γυμνά δάχτυλα

θα κοπείς!

----

- έναν ουρανό να χωράω ψάχνω -

είπες απλά

κι ανασήκωσες τους ώμους σου

----

Απ' το παράθυρό σου βλέπεις

θάλασσες και στεριές να προσπερνούν

τι ταχύτητα!

τρέχοντας ξεφεύγεις άραγε

απ' όσα σε βαραίνουν?

Σα να μη πέρασε θαρρείς ένας αιώνας

προχτές

σήκωσες όλη τη Γη στους ώμους σου

και πήγες...

----

πού?

μα πού πας ανόητο παιδί?

είναι μικρή η ζωή και θα περάσει

σα σύννεφο που λιώνει

εξατμίζονται οι χαρές

και οι στάλες της βροχής

που τις ακολουθούν...

πού?

μα πού πας ανόητο παιδί?

έλα!

σου 'χω φυλάξει μια θέση στον ήλιο,

κι ένα κομμάτι ψωμί,

μην τρέχεις...

----



- έναν ουρανό να χωράω ψάχνω -

είπες ξανά

κι απ' τα χέρια σου

στάλες - στάλες ξέφευγαν

χρώματα και στιγμές

έτσι που σαν τις χτύπαγε χαϊδευτικά το φως

Ανοίξεων νήπια γεννιόνταν και μπουσούλαγαν

μα εσύ είχες τα μάτια σου στραμμένα στη φυγή

και σ' αυτό το μαύρο γλιστερό χαντάκι

που οι άνθρωποι  αποκαλούσαν δρόμο.
Armatan!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


 Μην μιλάς για αγάπες που πεθάναν.
Μην ζητάς έρωτες που έχουν ήδη σβήσει.
Μην αναζητάς πάθη που,ίσως,ποτέ δεν υπήρξαν.
Μην με ψάχνεις.
Με σκότωσες εκείνη την νυχτιά, που το φεγγάρι έκλαιγε στο πλάι μου και ο ουρανός, μαυροφορεμένος, με έθαβε με όσα αστέρια είχαν απομείνει.
 Δεν θυμάσαι?
Εκεί ήσουν...με δυο ρόδα στο ένα χέρι, σάπια.. ..από ψέματα και υποσχέσεις της στιγμής.
Στο άλλο χέρι κρατούσες ένα μαχαίρι. Δεν θυμάσαι?
Με αυτό το μαχαίρι κομμάτιασες τα όνειρα μου..
Δεν θυμάσαι?
Ακόμη υπάρχουν κάποια κομμάτια, σκορπισμένα στο χαλί εκείνο, που μου έπιανες το χέρι μου έλεγες πως θα ταξιδεύουμε μαζί στον ουρανό και στον χρόνο.
Κάποια τα μάζεψα σιγά-σιγά και κάπου στην διαδρομή, αναστήθηκα..
Μην με ψάχνεις.
Έφυγα.
ΦΑΝΗ Π.

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους

Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους

Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες

Ή - το χειρότερο -

τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε

Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα

Ένα σωρό ποιήματα άγραφα








Σ' αγαπώ μα δε χωράει πουθενά να σου το γράψω


θα στο πω κι ύστερα άλλο να μιλώ θα πάψω.




7 Μαΐου 2007 .Πηγή Καφετζοπούλου.

Aφού εγώ νιώθω πως είσαι εδώ, πρέπει κι εσύ να μη νιώθεις ότι λείπω. ...
Φεγγάρια είμαστε...
κομμένα στα δυο
Γεννάμε θολό φως... παγωμένες ψυχές κουβαλάμε
Ο χρόνος σταμάτησε σε μια λάθος λέξη...
Τα φιλιά δεν αφήνουν πια σημάδια
Η μοναξιά ξεκίνησε το ταξίδι της
στα γκρίζα μονοπάτια που της φτιάξαμε...
Κι εσύ ακόμα σιγοψιθυρίζεις κάποιους στίχους
που δεν έγραψα για σένα...
Χρήστος Καριώτης.
Φεύγω και σε παίρνω μαζί μου.
Θα θυμάμαι πάντα τα βουρκωμένα τούτη την ώρα μάτια σου, το θλιμμένο βλέμμα σου.
Ποιός ξέρει τι είναι αυτό που αποφασίζει τώρα για λογαριασμό μου!
Φεύγω, αλλά να ξέρεις θα σε αγαπώ πάντα.
Όταν βραδιάζει εκεί που πάω, το φεγγάρι θα'ρχεται προς εσένα...
κι εγώ, κάθε βράδυ θα το ακολουθώ...
Θα παίρνω το δρόμο του φεγγαριού και θα πέφτω στην αγκαλιά σου...
Ό. Αβρααμίδης

Κάποια ερωτεύτηκε τον κηπουρό των άστρων και δεν μπορεί να ζήσει πια χωρίς αυτόν.
Μαζί του όμως να σμίξει δεν είναι δυνατόν.
Τεράστια η απόσταση που τους χωρίζει.
Η μοίρα της ορίζει να μην τον δει ποτέ.
Στη γη ξαπλώνει, παραδίνεται ανάσκελα στη γύρη των ουράνιων λουλουδιών
και
άγρια χαράματα, χαράζει στο χαρτί τούτο το μήνυμα:
Γύρνα ξανά σε μένα, νύχτα μου, τυφλός θα μείνω δίχως το σκοτάδι σου.
Αργύρη Χιόνη

Tα τραγούδια δεν είναι άνθρωποι, αλλά θεία πλάσματα.
Αγαπήστε με τους λες και σ' αγαπάνε.